Άρθρο του τρικαλινού δικηγόρου και βετεράνου πολεμιστή της Κύπρου 1974, Νικόλαου Κεχαγιά.
Είναι γνωστό τοις πάσι τα πολεμικά γεγονότα της Κύπρου του έτους 1974 προηγηθέντος του πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου και της εν συνεχεία εισβολής του προαιώνιου εχθρού του έθνους μας που είχε ως τραγική κατάληξη ώστε ήδη σήμερα να κατέχει το 37% της μεγαλονήσου. Κατά του εχθρού η Κύπρος αντέταξε σθεναρή αντίσταση και οι ημέτερες δυνάμεις μας διεξήγαγαν άνισο και τιτάνιο αγώνα τοσούτω μάλλον ως στερούμενες τόσο σε αριθμό μαχητών όσο και προς τον εξοπλισμό των.
Κατά την πολεμική αυτή περίοδο υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία, κατόπιν μεταθέσεως από στρατιωτική μονάδα της Ελλάδος (τεθωρακισμένα) στην εθνική φρουρά ως αρχιλοχίας της ίλης διοικήσεως της 21ης ΕΑΝ (Επιλαρχίας Αναγνωρίσεως) εποφορτιζόμενος με αυξημένες ευθύνες. Σημειωτέον ότι η εθνική φρουρά είναι αμιγώς κυπριακός στρατός με Κύπριους στρατιώτες ενώ στελέχη και εκπαιδευτές τότε ήταν αποκλειστικώς Ελλαδίτες εν αντιθέσει προς την ετέρα στρατιωτική μονάδα της ΕΛΔΥΚ η οποία ήταν μονάδα αποτελούμενη αμιγώς από Ελλαδίτες στρατιώτες, υπαξωματικούς και αξιωματικούς υπαγόμενη απευθείας στην ελληνική ηγεσία. Στην Κύπρο μετέβην (Απρίλιος 1974) με μυστική αποστολή ως Κύπριος φοιτητής με τόπο κατοικίας μου την Κυρήνεια (οδός Κερκύρας 52) και εφοδιασμένος με τα ανάλογα έγγραφα με το κρουαζιερόπλοιο «Ρενέττα» εννοείται με πολιτική ενδυμασία.
Άπαντες οι ευρισκόμενοι εκεί κατέστημεν μάρτυρες δραματικών πολεμικών γεγονότων στη λαίλαπα της τουρκικής εισβολής οφειλομένη τόσο στον πανίσχυρο και υπέρτατα εξοπλισμένο εχθρό έναντι ημών όσο και στις παλινδρομήσεις και ολιγωρίες της στρατιωτικής ηγεσίας της Ελλάδος και των φερέφωνων αυτής στην Κύπρο, συμπεριφορές οι οποίες κατόπιν αντικειμενικής και ψυχραίμου λογικής και αξιολογήσεως προσεγγίζουν τα όρια της προδοσίας ηθελημένης ή μη σε τέτοιο βαθμό ώστε εμείς οι βετεράνοι πολεμιστές της Κύπρου 1974 να λέγομε «δεν νικηθήκαμε, προδοθήκαμε».
Μετά την επάνοδό μου στην Ελλάδα (Μάιος 1975) εντάχθηκα και πάλι στη δύναμη του ΚΕΤΘ (κέντρο εκπαίδευσης τεθωρακισμένων) το οποίο στο μεταξύ είχε μεταφερθεί από το Γουδί στον Αυλώνα. Ανέλαβα και πάλι την εκπαίδευση των νεοσυλλέκτων στρατιωτών μέχρι την απόλυσή μου (Αύγουστος 1975).
Μετά από την στρατιωτική θητεία διάρκειας τριανταενός μηνών, η οποία ήταν παρατεταμένη θητεία λόγω εμπολέμου καταστάσεως, για το επόμενο χρονικό διάστημα ακολούθησε τραγέλαφος για όλους εκείνους οι οποίοι έλαβαν μέλος στα πολεμικά γεγονότα της Κύπρου.
Η επίσημη ελληνική πολιτεία όχι μόνο δεν αναγνώριζε τους αγώνες μας και τις θυσίες μας αλλά αρνείτο πεισματικά να αποδεχτεί αυτήν ταύτην τη φυσική παρουσία μας στην Κύπρο, προσβάλλοντας βάναυσα την τιμή και την υπόληψή μας, γεγονός το οποίο αποτέλεσε την επιτομή της εσχάτης προσβολής του κράτους προς τους στρατεύσιμους μαχητές της Κύπρου, γεγονός το οποίο δεν έχει προηγούμενο σε ανάλογη περίπτωση σε καμία άλλη χώρα του πλανήτη και αποτελεί παγκόσμια αρνητική πρωτοτυπία.
Παρά ταύτα η φιλόστοργος μητέρα Ελλάς εδέησε μετά την παρέλευση 24 ετών από την κυπριακή τραγωδία κι έφερε το νόμο 2641/1998 (περί παλλαϊκής άμυνας και άλλες διατάξεις) και με το άρθρο 21 το νόμου τούτου η περίοδος από το 20 Ιουλίου 1974 εώς 20 Αυγούστου 1974 χαρακτηρίζεται ως πολεμική, προφανώς ήταν μία εμβόλιμος διάταξη του νόμου τούτου. Από το γράμμα και το πνεύμα της εμβόλιμης αυτής διάταξης όπως δύναται να διακρίνει κάποιος η αναγνώριση αυτή με την τόσο διακριτική και σχεδόν αδιάφορη και σιωπηλή αναφορά εντάσσεται στον τίτλο του νόμου «και άλλες διατάξεις» ως να ήθελε κάποιος να αποκρύψει τη διάταξη αυτή και εντεύθεν την αναγνώριση της πολεμικής περιόδου, ουδεμία δε περαιτέρω μνεία για τους Ελλαδίτες μαχητές ωσάν η πολεμική αυτή περίοδος και ο πόλεμος έλαβε χώρα ερήμην ημών, προφανώς διότι εμείς ευρισκόμασταν σε ταξίδι αναψυχής.
Μετά την παρέλευση 52 ετών και κατόπιν της απαξιωτικής αυτής συμπεριφοράς αλλά και της πρόδηλης προδοσίας του κυπριακού αλλά και έναντι ημών των πολεμιστών, ευλόγως αναρωτιόμαστε σήμερα εάν τελικά είχαμε τότε υποχρέωση να παραμείνουμε στις θέσεις μας ή να αυτομολήσουμε.
Αυτό το φάσμα της αμφιβολίας πλανάται στη σκέψης μας ακόμα, το οποίο εντέλει μας θλίβει και μας απογοητεύει. Στον αντίποδα της σκέψης αυτής ενυπάρχει η έννοια της πατρίδος, υπέρτατης αξίας των εκάστοτε κυβερνώντων η οποία δεν μπορεί να υποβαθμίζεται ή να θίγεται από θλιβερούς ιθύνοντες και όσους από αυτούς διαδραμάτισαν προδοτικούς ή υπόπτους ρόλους στην κυπριακή τραγωδία.
Είναι δεδομένο ότι ο ελληνισμός ουδέποτε θα αποδεχτεί τετελεσμένα τόσο στην Κύπρο όσο και αλλαχού, προσβλέπει δε σε μία Κύπρο ελεύθερη και ευημερούσα. Ο ελληνισμός γνωρίζει ότι ο τούρκος καταλαμβάνει δια της λόγχης, αποδίδει μόνο δια της λόγχης. Προς τούτο απαιτείται εγρήγορση και αδιάπτωτος αγώνας με την προσδοκία το «έσεται ήμαρ».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου